Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χρυσόστομος Β’ (Χατζησταύρου) 1880-1968

Συμπληρώνονται σήμερα, 9 Ἰουνίου 2018, πενήντα χρόνια ἀπὸ τὴν ἐκδημία (9 Ἰουνίου 1968) τοῦ μεγάλου Πρωθιεράρχη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Χρυσοστόμου Β΄ τοῦ Χατζησταύρου.

Ὁ κατὰ κόσμον Θεμιστοκλῆς Χατζησταύρου γεννήθηκε τὸ 1880 στὸ Αϊδίνιο (Τράλλεις) τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ἀρχικά, φοίτησε στὴ Σχολὴ Ἀρώνη τῆς Σμύρνης κι ἔπειτα στὸ Πυθαγόρειο Γυμνάσιο τῆς Σάμου, ἐνῶ μετὰ σπούδασε στὴν περίφημη Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Χάλκης, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀποφοίτησε ἀριστοῦχος τὸ 1902.

Ἡ ἐναίσιμη (διδακτορικὴ) διατριβή του εἶχε θέμα Αἱ ἡσυχαστικαὶ ἔριδες τοῦ ΙΔ΄αἰῶνος καὶ ἀποτέλεσε τὴν πρώτη μελέτη ἕλληνα ὀρθόδοξου θεολόγου, γιὰ τὴ θεολογία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, στὴ νεότερη ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία. 

Κατὰ τὴ διάρκεια τῶν θεολογικῶν του σπουδῶν στὴ Χάλκη (1898-1902), γνωρίστηκε καὶ συνδέθηκε μὲ τὸν τότε Μέγα Πρωτοσύγκελλο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Χρυσόστομο Καλαφάτη. Ἔτσι, ὅταν ὁλοκλήρωσε τὶς σπουδές του ἀκολούθησε τὸν ἱερομάρτυρα, ὁ ὁποῖος τὸ καλοκαίρι τοῦ 1902 εἶχε ἀναδειχτεῖ Μητροπολίτης Δράμας, Φιλίππων καὶ Ζιχνῶν.

Στὴ Δράμα ἔφτασε σχεδὸν ταυτόχρονα μὲ τὸν Μητροπολίτη Χρυσόστομο, ὁ ὁποῖος τὸν χειροτόνησε διάκονο τὴν ἴδια χρονιὰ (1902) καὶ τὸν διόρισε Ἀρχιδιάκονο καὶ Ἀρχιερατικὸ Ἐπίτροπο τῆς Μητροπόλεως.

Τὴν περίοδο ἐκείνη, στὴ Μακεδονία ὀργίαζε ἡ βουλγαρικὴ προπαγάνδα καὶ τὰ ἐγκλήματα τῶν κομιτατζήδων (ἀνταρτικὰ σώματα) εἰς βάρος τῶν πατριαρχικῶν πληθυσμῶν. Τὰ βουλγαρικὰ κομιτάτα, μὲ κάλυμμά τους τὴν ἀνεξάρτητη Βουλγαρικὴ Ἐκκλησία, ποὺ εἶχε ἀποσχιστεῖ παράνομα ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ εἶχε δημιουργήσει τὴν Ἐξαρχία (1870), ἐπιδίωκαν τὴν προσάρτηση πολλῶν περιοχῶν τῆς Μακεδονίας στὴ Βουλγαρικὴ Ἡγεμονία.

Ὁ Θεμιστοκλῆς Χατζησταύρου (διατήρησε τὸ κατὰ κόσμον ὄνομα μετὰ τὴν εἰς διάκονον χειροτονία του) ὑπῆρξε ὁ πιὸ στενὸς συνεργάτης τοῦ Χρυσοστόμου Δράμας. Ἀνέπτυξε ἔντονη ἐθνικὴ δράση στὴ διάκεια τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα, γιὰ τὴν ὁποία διώχθηκε ἀπὸ τὶς ὀθωμανικὲς ἀρχές.

Τελικά, γιὰ νὰ ἀποφύγει τὴν καταδίκη του σὲ φυλάκιση, ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὴ Δράμα καὶ ἐγκαταστάθηκε ἀρχικὰ στὴν Ξάνθη κι ἔπειτα στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἀπὸ ἐκεῖ μετέβη στὴ Λωζάνη τῆς Ἑλβετίας, ὅπου πραγματοποίησε εὐρύτερες σπουδές, συμπληρώνοντας τὴν «λιπαρὰν» καὶ πλούσια ἐκκλησιαστική του παιδεία, τὴν ὁποία εἶχε λάβει στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Χάλκης.

Ὅταν ὁ Χατζησταύρου ἐπέστρεψε ἀπὸ τὴν Ἑλβετία, ὁ Χρυσόστομος Δράμας εἶχε ἤδη καταστεῖ Μητροπολίτης Σμύρνης, ἀπ’ ὅπου τὸν κάλεσε καὶ πάλι κοντά του. Ἀφοῦ τὸν χειροτόνησε Πρεσβύτερο, δίνοντάς του τὸ ὄνομα Χρυσόστομος, τοῦ ἀνέθεσε τὰ καθήκοντα τοῦ Πρωτοσυγκέλλου.

Τὴν ἴδια χρονιὰ (1910), ὁ Χρυσόστομος εἰσηγήθηκε τὴν ἐκλογή του ὡς Βοηθοῦ Ἐπισκόπου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Σμύρνης. Ἔτσι, στὶς 4 Δεκεμβρίου 1910, ἡ Σύνοδος τοῦ Πατριαρχείου ἐξέλεξε, σὲ ἡλικία τριάντα ἐτῶν, τὸν Ἀρχιμανδρίτη Χρυσόστομο Χατζησταύρου Βοηθὸ Ἐπίσκοπο τοῦ Μητροπολίτη Σμύρνης, ὑπὸ τὸν τίτλο τῆς πάλαι ποτὲ διαλαμψάσης Ἐπισκοπῆς Τράλλεων.

Στὶς 26 Δεκεμβρίου 1910, ὁ Σμύρνης Χρυσόστομος, συμπαραστατούμενος ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Χριστουπόλεως Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἐπίσκοπο πρῴην Ἀνέων Κωνσταντῖνο, τέλεσε μὲ ἐκκλησιαστικὴ μεγαλοπρέπεια τὴ χειροτονία τοῦ ἐψηφισμένου Ἐπισκόπου Τράλλεων Χρυσοστόμου.

Ἡ χειροτονία ἔλαβε χώρα στὸν καθεδρικὸ Ἱερὸ Ναὸ τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς Σμύρνης καὶ ἀποτέλεσε τὴν ἀρχὴ μιᾶς μακρᾶς, λαμπρῆς καὶ πολυκύμαντης ἀρχιερατικῆς διακονίας, τόσο στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ὅσο καὶ στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.

Ἡ συνέχεια τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἄνδρα, ὁ ὁποῖος ἔλαβε καὶ τοὺς τρεῖς βαθμοὺς τῆς ἱερωσύνης ἀπὸ τὰ τίμια χέρια τοῦ ἱερομάρτυρα Χρυσοστόμου Σμύρνης, εἶναι σχετικὰ γνωστή. Ἀφοῦ προήχθη σὲ Μητροπολίτη Φιλαδελφείας (1913) καὶ σὲ Μητροπολίτη Ἐφέσου (1922), βρέθηκε μετὰ τὴ Μικρασιατικὴ Καταστροφὴ στὴν Ἀθήνα.

Ἐκεῖ διορίστηκε Ἀποκρισάριος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, μεριμνώντας γιὰ τὴν ἀνακούφιση τῶν ἑκατοντάδων χιλιάδων κατατρεγμένων προσφύγων. Ἔπειτα, ἐξελέγη Μητροπολίτης Ρόδου (1924), ὡστόσο, οἱ ἰταλικὲς ἀρχὲς κατοχῆς τῆς Δωδεκανήσου δὲν ἐπέτρεψαν τὴν ἐγκατάστασή του στὸ νησί.

Ἀκολούθως, τοποθετήθηκε γιὰ λίγους μῆνες Μητροπολίτης Βερροίας καὶ Ναούσης (1924), ἀπ’ ὅπου κατεστάθη Μητροπολίτης τῆς νεοσύστατης τότε Μητροπόλεως Φιλίππων καὶ Νεαπόλεως, μὲ ἕδρα τὴν Καβάλα, τὴν ὁποία διαποίμανε τριάντα ὀκτὼ χρόνια (1924-1962).

Τὸ 1962 ἐξελέγη Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος, σὲ μιὰ ταραγμένη καὶ δύσκολη ἐποχή, ἐπιβάλλοντας μὲ τὸ κύρος καὶ τὴν προσωπικότητά του τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ὁμόνοια στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας.

Στὶς 10 Μαΐου 1967, μὲ νομοθετικὸ διάταγμα τῆς δικτατορίας τῶν Συνταγματαρχῶν, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β΄ ἀπομακρύνθηκε ἀντικανονικὰ ἀπὸ τὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῶν Ἀθηνῶν. Ἐκοιμήθη στὶς 9 Ἰουνίου 1968, Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς, καὶ ἐτάφη στὸ Α΄ Κοιμητήριο Ἀθηνῶν.

Σήμερα, ποὺ οἱ ἁπανταχοῦ Ἕλληνες περιμένουν μὲ ἀγωνία τὴν ἔκβαση τῶν διαπραγματεύσεων γιὰ τὴν ὀνομασία τῶν Σκοπίων, ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ἡ μαρτυρία τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος Χρυσοστόμου Β΄ [Χατζησταύρου] γιὰ τὸν ἀγώνα τοῦ Ἑλληνισμοῦ νὰ διατηρήσει τότε τὴ Μακεδονία στὸ ἡμέτερον Γένος, χωρὶς ἐκπτώσεις γιὰ ἕτερη «μακεδονικὴ» γλώσσα καὶ ἐθνότητα, στοιχεῖα ποὺ παραχαράζουν καὶ ἀλλοιώνουν τὴν ἱστορικὴ ἀλήθεια καὶ προσβάλλουν βαθύτατα τὴ συλλογικὴ ἐθνικὴ μνήμη τῶν Ἑλλήνων.

Τὸ 1967, ὁ Γέρων Ἀρχιεπίσκοπος πρῴην Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος Χρυσόστομος παραχώρησε μιὰ ἀπὸ τὶς τελευταῖες συνεντεύξεις του, ἐνθυμούμενος τοὺς ἡρωϊκοὺς ἀγῶνες του στὴν τουρκοκρατούμενη τότε Δράμα.

«Ἄστραψε τὸ βλέμμα τοῦ Ἱεράρχη στὴν ἀνάμνηση τῆς ἔνδοξης καὶ συγχρόνως μαρτυρικῆς ἐκείνης ἐποχῆς.

»Θυμήθηκε γενναίους, ἁγνοὺς πατριῶτες τῆς Δράμας, μίλησε γιὰ τὸν «φλογερὸ πατριωτισμὸ» τοῦ Χρυσοστόμου, γιὰ τοὺς «προκρίτους» ποὺ ἔπαιρναν μέρος στὸν ἀγῶνα μὲ ὅσα μέσα διέθεταν: χρῆμα, μόρφωσι, παλληκαριά.

»Ἀνέφερε τὸ καφενεῖο (Καζῖνο) τῆς «Ἐλευθερίας» ὅπου τ’ ἀπογεύματα μαζεύονταν οἱ Δραμινοί, πολλὲς φορὲς καὶ μὲ τὶς οἰκογένειές τους, καὶ συζητοῦσαν τὸ μεγάλο θέμα ποὺ τοὺς ἐνδιέφερε καὶ τοὺς ἀπασχολοῦσε: τὸν «ἀγῶνα».

»Ἀνέφερε ἀκόμα τὸ μικρὸ ἀνήλιο καμαράκι σ’ ἕνα σπίτι ἀντίκρυ ἀπὸ τὴ Μητρόπολι, ὅπου γινόταν ἡ «μύησις» τῶν ἀγωνιστῶν, μὲ χίλιες προφυλάξεις. Μέσα σ’ ἐκεῖνο τὸ σκοτεινὸ δωμάτιο, πάνω σ’ ἕνα τραπέζι ὑπῆρχε τὸ Εὐαγγέλιο, πάνω στὸ ὁποῖο ἦταν τοποθετημένες χιαστὶ δυὸ ξιφολόγχες. Ὁ μυούμενος ἔβαζε τὸ χέρι του στὸ Εὐαγγέλιο καὶ ὡρκιζόταν πίστι στὸν ἀγῶνα.

»Οἱ μυούμενοι διαιροῦνταν σὲ τρεῖς κατηγορίες. Ἂν ὁ ὑποψήφιος ἦταν ἀθλητικῶν διαστάσεων τὸν τοποθετοῦσαν στὸ ἐκτελεστικὸ τμῆμα τῆς ὀργανώσεως.

»Ἂν ἦταν πλούσιος τὸν ἐνέγραφαν στὸ τμῆμα «οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως». Ἄν, τέλος, ἦταν ἐγγράμματος – εἶχαν ἐξ ἴσου ἀνάγκη κι’ ἀπ’ αὐτοὺς – τοῦ ἀνέθεταν γραφικὴ ἐργασία.

»Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος ἦταν αὐτὸς πού, ὡς ἀρχιδιάκονος Θεμιστοκλῆς, ὥρκιζε τοὺς μυουμένους, μέσα στὸ σκοτεινὸ ἐκεῖνο καμαράκι.

– Ἡ ὀργάνωσις ποὺ ἐμυοῦσε τοὺς Ἕλληνας ἦταν ἐντελῶς μυστική. Τὸν Μητροπολίτην Χρυσόστομον προσπαθούσαμε νὰ τὸν κρατοῦμε μακρυὰ ἀπὸ τὸν κίνδυνο καὶ ἀποφεύγαμε νὰ τὸν ἀνακατεύωμε στὴν ὀργάνωση «φαινομενικά». Θέλαμε νὰ τὸν προφυλάξουμε ἀπὸ τὸν κίνδυνο ποὺ τὸν ὡδηγοῦσε ὁ ὁρμητικὸς χαρακτήρας του καὶ ὁ φλογερὸς πατριωτισμός του.

»Γενικὸς ἀρχηγὸς στὴν ὠργάνωσι ἦταν ὁ Ἴων Δραγούμης, συνέχισε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος. Τὴν πρωτοβουλία στὴν ὁρκωμοσία τῶν μυουμένων στὴν Δράμα τὴν εἶχα ἐγώ. Ἐγὼ ἤμουν ποὺ ὥρκισα τὸν Ἄρμεν καὶ τὸν πατέρα του ἀπὸ τὸν Βώλακα καθὼς καὶ τὸν Μπαλαμπάνην ἀπὸ τὴν Πλεύναν.

»Τοὺς ἐδίναμε ὅπλα. Μὲ τὸ ὅπλο στὸ χέρι – τὸ ὅπλο ποὺ τοῦ παρέδωσα ἐγὼ ὁ ἴδιος μὲ τὰ χέρια μου – βρέθηκε νεκρὸς ὁ Κομπόκης στὴν Καλλιθέα, ὅπου μαζὶ μὲ ἄλλα μέλη τῆς οἰκογενείας του κάηκε ζωντανός.

»Ἡ ὀργάνωσις «Ἱερὰ Πηγὴ» ἀφοροῦσε τὴν Παιδεία καὶ φανερὸς ἀρχηγός της ἦταν ὁ Μητροπολίτης Χρυσόστομος. Ἡ ὀργάνωσις αὐτὴ ἵδρυσε τὰ ἐκπαιδευτήρια Δράμας καὶ Δοξάτου. Τοῦ δευτέρου κτίσθηκαν μὲ τὴν εἰσφορὰ τῶν κατοίκων του. 

»Στὰ 1904, συνέχισε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, ἀφοῦ πῆρα ἄδεια ἀπὸ τὸν Χότζα – ἐπὶ πληρωμῇ – κάναμε ἀνασκαφὴ στὴν Ἁγία Σοφία τῆς Δράμας, ποὺ ἦταν τότε ἀκόμα τζαμί. Βρήκαμε τὸν «διάκοσμο» τῆς ἐκκλησίας, ποὺ τὸν μεταφέραμε καὶ τὸν εἴχαμε στὸ «προσκυνητάρι» τῆς Μητροπόλεως.

»Ἐπίσης τότε βρέθηκε σὲ ἀνασκαφὲς τὸ ἐκκλησάκι ποὺ εἶναι λίγο πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὸν δρόμο Δράμας – Καβάλας κοντὰ στοὺς Φιλίππους. Εἶχε μιὰ μεγάλη τοιχογραφία ποὺ παρίστανε τὸν Ἀπόστολο Παῦλο καὶ τὸν Σύλλα ἐνηγκαλισμένους.

»Ὁ δάσκαλος ἀπὸ τὸ Σκρίντζοβο [σφηκοφωλιὰ τῶν κομιτατζήδων] καὶ ὁ παπᾶς ἐπρόδωσαν τὴν ὀργάνωσι καὶ κατέφυγαν στὴν Μητρόπολί μας γιὰ νὰ τοὺς προστατεύσουμε ἀπὸ τὴν μανία τοῦ ἐξαγριωμένου πλήθους.

»Παραδώσαμε στὴν κυβέρνησι μόνον τὸν παπᾶ, γιατὶ ὁ δάσκαλος κατάφερε νὰ ξεφύγη καὶ πῆγε στὴ Βουλγαρία ἀπ’ ὅπου, ὅταν γύρισε, ἔκαψε τὴν οἰκογένεια Κομπόκη στὴν Καλλιθέα». 

Ἡ μαρτυρία αὐτὴ τοῦ ἀοιδίμου Πρωθιεράρχη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἶναι συγκλονιστικὴ καὶ παρέχει σημαντικὲς πληροφορίες γιὰ τὴν ἐθνικὴ δράση τόσο τοῦ ἰδίου ὅσο καὶ τοῦ Μητροπολίτη Δράμας Χρυσοστόμου.

Ἡ περιγραφὴ γιὰ τὴ μύηση τῶν μαχητῶν στοὺς σκοποὺς καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα θυμίζει τὴ μύηση τῶν Ἑλλήνων Ἀγωνιστῶν στὴ Φιλικὴ Ἑταιρεία. Ἡ εἰκόνα τοῦ Εὐαγγελίου πάνω σὲ τραπέζι, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ὁ μυούμενος γονατίζει καὶ τοποθετεῖ τὸ χέρι του πάνω στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, ἐπαναφέρει μνῆμες ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση τοῦ 1821.

Μέσα σὲ συνθῆκες ἀπερίγραπτης συναισθηματικῆς φόρτισης καὶ ἐθνικῆς ἔξαρσης, ὁ μυημένος ἐπαναλάμβανε τρεῖς φορὲς ἀπὸ τὸν παριστάμενο κληρικὸ τὸν ὅρκο τοῦ Μακεδονομάχου: «Ὁρκίζομαι εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος ὅτι θὰ διαφυλάξω τὸ μυστικόν. Ὅτι θὰ ἐργάζομαι μὲ ὅλην τὴν ψυχήν μου καὶ τὴν καρδίαν μου πρὸς ἐξόντωσιν τῶν Βουλγάρων κακούργων καὶ πρὸς ἐπιτυχίαν τῆς Ἐλευθερίας τῆς Πατρίδος μου Μακεδονίας. Εἰς τοὺς ἐχθροὺς τῆς πατρίδος μου δὲν [θὰ] μαρτυρήσω τὸ παραμικρὸν ἀκόμη καὶ ἂν μοῦ βάλουν τὸ μαχαίρι στὸν λαιμόν. Ἂν πα-ραβῶ τὸν ὅρκον ὁ Θεὸς ἂς μὲ τιμωρήσει καὶ οἱ Ἐλευθερωταὶ τῆς Πατρίδος μου ἂς μὲ κομματιάσουν καὶ ἡ ἁμαρτία νὰ εἶναι στὸν λαιμόν μου».

Ὡς Ἀρχιδιάκονος καὶ Ἀρχιερατικὸς Ἐπίτροπος τῆς Μητροπόλεως Δράμας, ὁ Θεμιστοκλῆς Χατζησταύρου ἀνέφερε ὅτι ὁ ἴδιος εἶχε τὴν εὐθύνη γιὰ τὴ μύηση καὶ τὴ στρατολόγηση νέων μελῶν στὰ ἀνταρτικὰ σώματα στὴ Δράμα.

Ἀναμφίβολα, ὅμως, ὁ Μητροπολίτης Χρυσόστομος γνώριζε γιὰ τὴν ὀργάνωση καὶ τὴ δράση τόσο τῶν ἑλληνικῶν σωμάτων στὴν ἐπαρχία του ὅσο καὶ τῶν στρατιωτικῶν ἀποστολῶν ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη Ἑλλάδα, πολὺ περισσότερο ὅμως γνώριζε γιὰ τὶς ἐνέργειες καὶ τὴν παράτολμη ἐθνικὴ δράση τοῦ διακόνου του.

Γιὰ τὴν πολιτεία τοῦ Μητροπολίτη Δράμας, τοῦ μετέπειτα ἐθνομάρτυρα καὶ ἱερομάρτυρα Χρυσοστόμου Σμύρνης θὰ μποροῦσαν λεχθοῦν τὰ ἑξῆς. Στὴ διάρκεια τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα (1904-1908) καὶ λίγο πρὶν τὴν ἔναρξή του, ἡ ἑλληνικὴ ἀντίσταση ὀργανώθηκε ἀρχικὰ κυρίως στὴ Δυτικὴ καὶ τὴν Κεντρικὴ Μακεδονία.

Μὲ τὴν ἐμπνευσμένη καθοδήγηση καὶ προτροπὴ τοῦ Μητροπολίτη Καστοριᾶς Γερμανοῦ Καραβαγγέλη ἐστάλησαν ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη Ἑλλάδα οἱ πρῶτες ἀποστολὲς ἑλλήνων ἀξιωματικῶν, ποὺ μαζὶ μὲ ντόπιους πληθυσμοὺς ὀργάνωσαν τὴν ἄμυνα ἀπέναντι στὴν ἐγκληματικὴ δράση τῶν κομιτατζήδων στὰ βορειοδυτικὰ κυρίως τμήματα τῆς Μακεδονίας (Καστοριά, Φλώρινα, Μοναστήρι, Γιαννιτσά).

Ὡστόσο, στὴν Ἀνατολικὴ Μακεδονία ἡ διεξαγωγὴ τοῦ ἔνοπλου Ἀγώνα καθυστέρησε ἀρκετά. Μόλις τὸ 1906 σημειώθηκαν οἱ πρῶτες ἀποτελεσματικὲς ἐνέργειες γιὰ τὴν ὀργάνωση τῆς ἄμυνας καὶ ἀντεπίθεσης τοῦ ἑλληνικοῦ στοιχείου καὶ ὀφείλονταν ἀποκλειστικὰ στὴν πρωτοβουλία καὶ τὸν ἡρωϊσμὸ ντόπιων ἑλλήνων μαχητῶν.

Οἱ ἐπαρχίες τῶν Σερρῶν, τοῦ Νευροκοπίου καὶ τῆς Δράμας ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἦταν ἀρχικὰ ἀνυπεράσπιστες ἀπέναντι στὴ βουλγαρικὴ τυραννία, εἶχαν καὶ ἄμεση γειτνίαση μὲ τὴ Βουλγαρία, γεγονὸς ποὺ τὶς καθιστοῦσε τὸν πρῶτο στόχο στὸ κατερχόμενο ρεύμα τῶν Ἐξαρχικῶν.

Ἔτσι, μέχρι νὰ ὀργανωθοῦν στὴν περιοχὴ τὰ ἔνοπλα ἀνταρτικὰ σώματα καὶ νὰ συντονίσουν τὸν Ἀγώνα, καμιὰ ἄλλη δράση δὲν μπόρεσε νὰ ξεπεράσει τὸν ἡρωϊσμό, τὴ γενναιότητα καὶ τὴν προσφορὰ τοῦ Μητροπολίτη Δράμας Χρυσοστόμου στὸ γεωγραφικὸ διαμέρισμα τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας.

Στὴ διάρκεια τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ὁ Μητροπολίτης Φιλίππων Χρυσόστομος Χατζησταύρου ἔμελλε νὰ ἀντιμετωπίσει καὶ πάλι τοὺς Βουλγάρους, οἱ ὁποῖοι ὡς δύναμη κατοχῆς εἶχαν καταλάβει τὴν Ἀνατολικὴ Μακεδονία καὶ τὴ Θράκη.

Οἱ Βούλγαροι προπαγάνδιζαν τότε, πὼς ἡ ἔλευσή τους δὲν θύμιζε ἁπλῶς ἕναν στρατὸ κατοχῆς σὲ μιὰ ἄλλη χώρα, ὅπως συνέβη μὲ τοὺς Γερμανοὺς ἢ τοὺς Ἰταλοὺς στὴν Ἑλλάδα.

Ἰσχυρίζονταν ἀντιθετως ὅτι κατεῖχαν δικαιωματικὰ τὸν γεωγραφικὸ χῶρο ποὺ τοὺς εἶχε ἀποδοθεῖ, ἐπιβάλλοντας σκληρὴ καὶ ἄτεγκτη διοίκηση. Ὁ ἱεράρχης τότε ὀργάνωσε τὴν ἀντίσταση τοῦ τοπικοῦ πληθυσμοῦ, σύστησε τάγματα ἐθελοντῶν, περιόδευε στὰ χωριὰ τῆς ἐπαρχίας του, ἐνῶ ἀπέτρεψε τὴν ἐκτέλεση πολλῶν ἑλλήνων ἀγωνιστῶν.

Σὲ ἐκκλησιαστικὸ ἐπίπεδο ὁ Χρυσόστομος Χατζησταύρου μετεῖχε στὴν Α΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη τῆς Ρόδου (1961), ποὺ καθόρισε τὰ θέματα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, ἡ ὁποία πραγματοποιήθηκε στην Κρήτη τὸ 2016.

Ὡστόσο, ἐπιφυλάχτηκε τότε γιὰ τὸν ἐπὶ ἴσοις ὅροις διάλογο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικούς, καθὼς οἱ τελευταῖοι ἐπέμεναν στὰ περὶ «ἀλαθήτου» καὶ «πρωτείων» προνόμιά τους.

Ἐπιπλέον, μετεῖχε στοὺς ἑορτασμοὺς τῆς Χιλιετηρίδας τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1963), ἐνῶ διαφώνησε μὲ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα γιὰ τὴν ἀποστολὴ παρατηρητῶν ἐκ μέρους τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὴ Β΄ Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ (1962-1965).

Χρυσοστόμου τοῦ ἀοιδίμου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος, αἰωνία ἡ μνήμη!

 

Του Αθανασίου Μπιλιανού (εκπαιδευτικού)