Το τροπάριο της Κασσιανής

Categories: Γενικά

Η Κασσιανή ή Κασσία ή Εικασία, ήταν βυζαντινή μοναχή και υμνογράφος. Σ’ αυτήν αποδίδεται το ψαλλόμενο τη Μεγάλη Τρίτη τροπάριο.

Ο πρώτος βυζαντινός χρονογράφος που έγραψε για την Κασσιανή είναι ο Συμεών ο Μάγιστρος. Από το πλούσιο έργο της, περίπου πενήντα από τους ύμνους έχουν διασωθεί. Είκοσι τρείς από αυτούς χρησιμοποιούνται στην ορθόδοξη λατρεία. Ο ακριβής αριθμός τους δεν έχει προσδιορισθεί.

Η Κασσιανή, γεννήθηκε μεταξύ του 805 και του 810 στην Κωνσταντινούπολη και ήταν γόνος πλούσιας οικογενείας. Είχε εξαιρετική ομορφιά και μεγάλη εξυπνάδα. Τρεις βυζαντινοί χρονικογράφοι, αναφέρουν ότι έλαβε μέρος στην τελετή επιλογής νύφης, για τον αυτοκράτορα Θεόφιλο, την οποία είχε οργανώσει η μητριά του Ευφροσύνη. Ανάμεσα στις δώδεκα κόρες που ήταν υποψήφιες ξεχώρισαν δύο: η Κασσία, κόρη εξαίσιας ομορφιάς, η οποία καταγόταν από οικογένεια ευπατριδών και η αρχόντισσα επίσης Θεοδώρα.

Όταν συγκεντρώθηκαν στα ανάκτορα, η Ευφροσύνη έδωσε στον Θεόφιλο ένα χρυσό μήλο να το προσφέρει στην κόρη που θα τον συγκινούσε περισσότερο. Εκείνος στράφηκε προς την Κασσία, εντυπωσιασμένος από την ομορφιά της για να της προσφέρει το μήλο, απευθύνοντας της, την περίεργη παρατήρηση: «ἐκ γυναικός ἐρρύη τά φαῦλα», δηλαδή «από τη γυναίκα προήλθαν τα κακά πράγματα στον κόσμο», υπονοώντας την Εύα, που έγινε αιτία να εκδιωχθεί ο άνθρωπος από τον Παράδεισο.

Η Κασσιανή δεν τα έχασε, ούτε υπολόγισε ότι θα έχανε τον θρόνο. Και έδωσε μια απάντηση θαρραλέα: «Ἀλλά καί ἐκ τῆς γυναικός πηγάζει τά κρείττω», δηλαδή «και από τη γυναίκα πηγάζουν τα καλύτερα, τα ευγενέστερα», υπονοώντας την Παναγία που γέννησε τον Χριστό.

Ο Θεόφιλος πειραγμένος από την εύστροφη απάντηση, πρόσφερε το χρυσό μήλο στη Θεοδώρα. Η Κασσιανή, είχε χάσει οριστικά τον θρόνο. Στη συνέχεια έγινε μοναχή. Και εμπνεύσθηκε το ποιητικό της κείμενο, από το εξής περιστατικό του Ευαγγελίου (Λουκ. 7, 37 – 50):

«Καὶ ἰδοὺ γυνὴ ἥτις ἦν ἐν τῇ πόλει ἁμαρτωλός, καὶ ἐπιγνοῦσα ὅτι κατάκειται ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Φαρισαίου, κομίσασα ἀλάβαστρον μύρου. Καὶ στᾶσα ὀπίσω παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ κλαίουσα, τοῖς δάκρυσιν ἤρξατο βρέχειν τοὺς πόδας αὐτοῦ καὶ ταῖς θριξὶν τῆς κεφαλῆς αὐτῆς ἐξέμασσεν, καὶ κατεφίλει τοὺς πόδας αὐτοῦ καὶ ἤλειφεν τῷ μύρῳ. Ἰδὼν δὲ ὁ Φαρισαῖος ὁ καλέσας αὐτὸν εἶπεν ἐν ἑαυτῷ λέγων, Οὗτος εἰ ἦν προφήτης, ἐγίνωσκεν ἂν τίς καὶ ποταπὴ ἡ γυνὴ ἥτις ἅπτεται αὐτοῦ, ὅτι ἁμαρτωλός ἐστιν. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ᾽Ιησοῦς εἶπεν πρὸς αὐτόν, Σίμων, ἔχω σοί τι εἰπεῖν. ὁ δέ, Διδάσκαλε, εἰπέ, φησίν. Δύο χρεοφειλέται ἦσαν δανειστῇ τινι· ὁ εἷς ὤφειλεν δηνάρια πεντακόσια, ὁ δὲ ἕτερος πεντήκοντα. Μὴ ἐχόντων αὐτῶν ἀποδοῦναι ἀμφοτέροις ἐχαρίσατο. τίς οὖν αὐτῶν πλεῖον ἀγαπήσει αὐτόν; Ἀποκριθεὶς Σίμων εἶπεν, ῾Υπολαμβάνω ὅτι ᾧ τὸ πλεῖον ἐχαρίσατο. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ, ᾽Ορθῶς ἔκρινας. Καὶ στραφεὶς πρὸς τὴν γυναῖκα τῷ Σίμωνι ἔφη, Βλέπεις ταύτην τὴν γυναῖκα; εἰσῆλθόν σου εἰς τὴν οἰκίαν, ὕδωρ μοι ἐπὶ πόδας οὐκ ἔδωκας· αὕτη δὲ τοῖς δάκρυσιν ἔβρεξέν μου τοὺς πόδας καὶ ταῖς θριξὶν αὐτῆς ἐξέμαξεν. Φίλημά μοι οὐκ ἔδωκας· αὕτη δὲ ἀφ᾽ ἣς εἰσῆλθον οὐ διέλιπεν καταφιλοῦσά μου τοὺς πόδας. Ἐλαίῳ τὴν κεφαλήν μου οὐκ ἤλειψας· αὕτη δὲ μύρῳ ἤλειψεν τοὺς πόδας μου. Οὗ χάριν, λέγω σοι, ἀφέωνται αἱ ἁμαρτίαι αὐτῆς αἱ πολλαί, ὅτι ἠγάπησεν πολύ· ᾧ δὲ ὀλίγον ἀφίεται, ὀλίγον ἀγαπᾷ. Εἶπεν δὲ αὐτῇ, ᾽Αφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι. Καὶ ἤρξαντο οἱ συνανακείμενοι λέγειν ἐν ἑαυτοῖς, Τίς οὗτός ἐστιν ὃς καὶ ἁμαρτίας ἀφίησιν; Εἶπεν δὲ πρὸς τὴν γυναῖκα, ῾Η πίστις σου σέσωκέν σε· πορεύου εἰς εἰρήνην».

Αυτό το περιστατικό η μοναχή και υμνογράφος Κασσιανή το μετέτρεψε σε ένα από τα ωραιότερα και δημοφιλέστερα τροπάρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Το πρωτότυπο κείμενο του Τροπαρίου της Κασσιανής, είναι το ακόλουθο:

Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή, τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν, ὀδυρομένη, μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει. Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας, ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας. Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων, ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας, ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει. Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας, ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη. Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου; Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.

Πολλοί επιχείρησαν έκτοτε να διασκευάσουν ή να μεταφράσουν ή να μεταφέρουν στη δημοτική το τροπάριο της Κασσιανής. Ένα δείγμα δημοσιεύουμε εδώ. Είναι του Φώτη Κόντογλου:

Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες, σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου και έλεγε οδυρόμενη: Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτίας κι ο έρωτας της αμαρτίας. Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων, εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας. Λύγισε στ’ αναστενάγματα της καρδιάς μου, εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γη. Θα καταφιλήσω τα άχραντα πόδια σου, και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου αυτά τα πόδια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό, τ’ άκουσε να περπατάνε, από τον φόβο της κρύφτηκε. Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο, ποιος μπορεί να τα εξιχνιάσει, ψυχοσώστη Σωτήρα μου;
Μην καταφρονέσεις τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ’ αμέτρητο έλεος.

Η μνήμη της αγίας Κασσιανής, της υμνογράφου, τιμάται στις 7 Σεπτεμβρίου.